Navigation – Plan du site

AccueilNuméros55Comptes rendusΑντώνης Χατζηκυριάκου, Χερσαίο νη...

Comptes rendus

Αντώνης Χατζηκυριάκου, Χερσαίο νησί. Η Μεσόγειος και η Κύπρος στην οθωμανική εποχή των επαναστάσεων

Ευφροσύνη Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου
Référence(s) :

Αντώνης Χατζηκυριάκου, Χερσαίο νησί. Η Μεσόγειος και η Κύπρος στην οθωμανική εποχή των επαναστάσεων, Ιστορική σειρά: Παλίμψηστο 5. Ψηφίδες, Θεσσαλονίκη, 2023. – ISBN: 978‑618‑84300‑8‑2.

Texte intégral

1Το πρώτο πράγμα που κεντρίζει το ενδιαφέρον και την περιέργεια του αναγνώστη, είναι ο φαινομενικά αντιφατικός τίτλος του βιβλίου: «Χερσαίο Νησί », δυο συμπλεκόμενες έννοιες που εκφράζονται με διαφορετική διατύπωση στην οθωμανική διαταγή του 1721: «Η Κύπρος είναι ένα ευμέγεθες νησί με εκτεταμένη περίμετρο ». Νησί με κυρίαρχο στοιχείο τη στεριά, με τους ανθρώπους του στραμμένους σ’ αυτή, ή με τον ηπειρωτικό περίγυρο τόσο κοντά ώστε οι πυκνές επαφές να μεταμορφώνουν το νησί σε χερσόνησο ; Ένα νησί, το οποίο, παρά τις συνεχείς αφίξεις πλοίων, δεν έχει αναπτύξει θαλάσσια κουλτούρα ; Οπωσδήποτε ο νησιωτικός χαρακτήρας της Κύπρου γίνεται αντιληπτός ως κάτι διαφορετικό από τα εξαρτημένα από τη θάλασσα, και πολύ μικρότερα σε έκταση νησιά του ελληνικού αρχιπελάγους. Το βιβλίο Χερσαίο Νησί έχει να πει πολύ περισσότερα: η έννοια της νησιωτικότητας της Κύπρου, όπως και ο συσχετισμός της με την υπόλοιπη Μεσόγειο, αλλά και η έννοια της γεωγραφίας γενικότερα, προσλαμβάνουν νέο περιεχόμενο, το οποίο μεταβάλλεται στον χρόνο σε σχέση με τις ιστορικές συνθήκες. Διαβάζοντάς το, παρακολουθούμε βήμα-βήμα τις τεκμηριωμένες διαδικασίες επαναχωροθέτησης του νησιού σε συσχετισμό με το ιστορικό συγκείμενο. Η εποχή των επαναστάσεων άλλαξε την εικόνα, την πρόσληψη της Κύπρου, αλλά και τις σχέσεις της με τον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, με αντίκτυπο στις σχέσεις των ανθρώπων της με το περιβάλλον τους και την οικονομία.

2Ο συγγραφέας διαρθρώνει το περιεχόμενο του βιβλίου σε τέσσερα βασικά κεφάλαια: 1. Μεσόγειος 2. Άνθρωποι και περιβάλλον 3. Κοινότητες 4. Χώρος.

3Στο πρώτο κεφάλαιο σκιαγραφεί το μεσογειακό πλαίσιο μέσα από επίμονη αναζήτηση και κριτική θεώρηση των κατά καιρούς αντιλήψεων και αφηγημάτων για τη Μεσόγειο, και την αλληλεπίδραση στεριάς και θάλασσας στον νησιωτικό χώρο, σε σχέση με ευρύτερης κλίμακας ιστορικά δεδομένα. Σκιαγραφεί το περίγραμμα της ιστοριογραφίας της Μεσογείου πριν εστιάσει σε μια βασική γεωγραφική κατηγορία της Μεσογείου, τα νησιά, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η δυναμική σχέση μεταξύ στεριάς και θάλασσας. Τη νησιωτικότητα προσδιορίζει ως «το άθροισμα των χωρικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων ενός νησιού μέσα σε ένα δεδομένο χρονικό πλαίσιο » (σ. 97). Το εγχείρημα της συγγραφής του συγκεκριμένου κεφαλαίου δεν θα ήταν εφικτό χωρίς τις θεωρητικές βάσεις που απέκτησε ο συγγραφέας μελετώντας την εκτενή γύρω από το θέμα του χώρου και της νησιωτικότητας βιβλιογραφία κατά την έρευνά του στο Κέντρο Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Πρίνστον, το 2013‑14.

4Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στη σχέση και αλληλεπίδραση ανθρώπων και περιβάλλοντος στην Κύπρο, με τις συναφείς οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις.

5Στο τρίτο κεφάλαιο προβάλλεται η κοινωνική διάσταση, οι δυναμικές που αναπτύχθηκαν μέσα από τις διακοινοτικές και ενδοκοινοτικές σχέσεις στο νησί κατά την οθωμανική περίοδο, από την έναρξή της το 1571 μέχρι το 1821. Εξετάζονται οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί σε σχέση με την ανακατανομή του πλούτου και της εξουσίας, γεγονότα και συγκυρίες που προκάλεσαν ανατροπές στις σχέσεις μεταξύ μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων στην Κύπρο.

6Στο τέταρτο κεφάλαιο ο συγγραφέας επανέρχεται στο θέμα του χώρου για να ψηλαφήσει τις μεταβολές της κυπριακής νησιωτικότητας στην εποχή των επαναστάσεων.

7Των κεφαλαίων αυτών προηγούνται άλλα τέσσερα μικρότερα, εισαγωγικού χαρακτήρα (Ευχαριστίες, Πρόλογος, Χρονολόγιο, Εισαγωγή). Ακολουθούν ο Επίλογος και δυο Παραρτήματα (1. Επισκόπηση της περιόδου 1764-1840 2. Δείγματα δελτίων από τις απογραφές). Στο τέλος παρατίθενται οι Πηγές, η Βιβλιογραφία και το Ευρετήριο. Ειδικότερα το Παράρτημα 1, προσφέρει το ιστορικό υπόβαθρο, μια συνοπτική αφήγηση των γεγονότων και των πρωταγωνιστών τους κατά την περίοδο 1764-1840, και συνιστάται ως σημείο εκκίνησης της ανάγνωσης του βιβλίου, ιδιαίτερα από το μη εξοικειωμένο με τις λεπτομέρειες της κυπριακής ιστορίας κοινό.

8Πάνω σ’ αυτό το αυστηρά δομημένο στημόνι, υφαίνεται η μακρά – σε σύγκριση με τη σύντομη διάρκεια της Ενετοκρατίας (1489-1571) που προηγήθηκε, και της Αγγλοκρατίας (1878-1960) που ακολούθησε – οθωμανική περίοδος της κυπριακής ιστορίας με επίκεντρο την εποχή των επαναστάσεων κατά τις δεκαετίες από το 1760 έως το 1840. Βασικοί άξονες στο κατ’ εξοχήν ιστορικό αυτό πόνημα, η γεωγραφία, το περιβάλλον ως χώρος-τοπίο, οι άνθρωποι ως άτομα και κοινότητες, η οικονομία και η κοινωνία, όλα αλληλένδετα, σε διαχρονικό διάλογο, σε συνεχή, γόνιμη και κάποτε καταστροφική διάδραση και αλληλεπίδραση.

9Στο πολυσχιδές σύγγραμμα συνέβαλε, εκτός από το διεισδυτικό βλέμμα, τη συνδυαστική ικανότητα, τις γνώσεις και την εξονυχιστική βιβλιογραφική αναζήτηση του δημιουργού του, η εκπόνηση και η αξιοποίηση των δεδομένων δυο ερευνητικών προγραμμάτων. Το πρώτο, διετές (2014-2016) πρόγραμμα με τίτλο «Μεσογειακές νησιωτικότητες: χώρος, τοπίο και αγροτική οικονομία στην Κύπρο και την Κρήτη των πρώιμων νεώτερων χρόνων » εκπονήθηκε στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας στο Ρέθυμνο (Κρήτη), με χρηματοδότηση από τις δράσεις Marie Curie Intra-European Fellowships της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και λειτούργησε ως το σημείο εκκίνησης του βιβλίου. Το δεύτερο πρόγραμμα, με τίτλο «Οικονομία, περιβάλλον και τοπίο στον μακρύ ιστορικό χρόνο της Κύπρου », υλοποιήθηκε στο Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου, στην Αθήνα, με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Σύλβιας Ιωάννου.

10Στα προγράμματα αυτά αξιοποιήθηκαν δυο πολύ διαφορετικές και χρονολογικά απομακρυσμένες μεταξύ τους πηγές. Το πρώτο πρόγραμμα διερεύνησε την πρωιμότερη και πρώτη οθωμανική απογραφή της Κύπρου, η οποία έγινε το 1572 με βάση τη φορολογήσιμη αγροτική παραγωγή των οικισμών του νησιού, που τότε ανέρχονταν σε 937. Η πηγή αυτή, αποτυπώνει, έστω αποσπασματικά, την εικόνα της Κύπρου στο τέλος της Ενετοκρατίας. Κατά την έρευνά της χρησιμοποιήθηκαν εργαλεία Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών (ΣΓΠ), για τους σκοπούς της γεωχωρικής ανάλυσης ποσοτικών δεδομένων.

11Το δεύτερο πρόγραμμα εξέτασε την οθωμανική περιουσιολογική απογραφή του 1832/33, μια ιστορική πηγή σχεδόν 1.400 σελίδων, καθώς και τη βρετανική απογραφή του 1931, ενώ συνδύασε επιπλέον τα ποσοτικά δεδομένα των απογραφών με τον χάρτη του Κίτσενερ (Horatio Herbert Kitchener, 1850-1916), ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1882/3 και αποτελεί την πρώτη με σύγχρονους όρους επιστημονική χαρτογράφηση της Κύπρου με τη μέθοδο της τριγωνομετρίας. Στον χάρτη του Κίτσενερ καταγράφεται το κυπριακό τοπίο κατά τη μετάβαση από την οθωμανική στη βρετανική διοίκηση του νησιού. Με την μεθοδική προσέγγισή τους, έγινε κατορθωτή η σύγκριση μεταξύ των δύο μοναδικών οθωμανικών καταγραφών, οι οποίες, παρά το γεγονός ότι τις χωρίζει χάσμα δυόμισι περίπου αιώνων και καταγράφουν διαφορετικά πράγματα, επιτρέπουν – με επίγνωση των ορίων, των γνωστικών κενών και των περιορισμών τους – την ψηλάφηση των τάσεων και των μοτίβων στην οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον της Κύπρου. Οι εξήντα τρεις συνολικά χάρτες, που προβάλλουν τη χωρική κατανομή διαφόρων προϊόντων ή οικονομικών δραστηριοτήτων, έδωσαν τη δυνατότητα στον συγγραφέα να διακρίνει, με κριτική ανάγνωση, τις αλλαγές που είχαν επέλθει στο μεταξύ των δυο απογραφών μακρό χρονικό διάστημα, προκειμένου να αναγνωρίσει σε επόμενο βήμα, την αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων, οικονομίας και περιβάλλοντος.

12Αξιοποιώντας τις πιο πάνω πηγές, ο συγγραφέας διερευνά πώς αποτυπώνονται σ’ αυτές, σε διαφορετικές στιγμές της ιστορίας, οι περιβαλλοντικές, οι οικονομικές και οι κοινωνικές δυναμικές του νησιού. Αναδεικνύει τη σημασία συγκεκριμένων καλλιεργειών και την εμπορευματική αξία των προϊόντων τους, δεδομένου ότι το εμπόριο ήταν άμεσα συνδεδεμένο με την παραγωγή. Ταυτόχρονα επισημαίνει ότι σημαντικά προϊόντα όπως η ζάχαρη, το αλάτι, το βαμβάκι και τα σιτηρά, τα κύρια αγαθά που απορροφούσε η Βενετία από την Κύπρο, είχαν αποκτήσει διαφορετική αξία στο οθωμανικό πλαίσιο, ενώ η σημασία τους μεταβαλλόταν στη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου ανάλογα με τα εκάστοτε ιστορικά γεγονότα. Σε αντίθεση με την Κρήτη, το διεθνές εμπόριο της οποίας στηριζόταν στο ελαιόλαδο και στο κρασί, η γεωμορφολογία της Κύπρου με την εκτεταμένη πεδιάδα της Μεσαορίας, προσέφερε τη δυνατότητα καλλιέργειας δημητριακών και βαμβακιού σε μεγάλες ποσότητες, παράλληλα με πολλά άλλα, μικρότερης αλλά ζωτικής σημασίας προϊόντα που ευδοκιμούσαν στο εύφορο νησί. Το αγροτικό πλεόνασμα που δημιουργούσαν οι μεγάλης κλίμακας καλλιέργειες τροφοδοτούσε το θαλάσσιο εμπόριο που συνέδεε την Κύπρο με τον έξω κόσμο, κυρίως με πλοία ευρωπαϊκά.

13Ο τρόπος με τον οποίο το έμπειρο μάτι του οθωμανολόγου «διαβάζει » και αποκρυπτογραφεί τα δεδομένα που έχουν αποτυπωθεί στους χάρτες, και διακρίνει τις τάσεις στην οικονομία και τις μεταβολές στο περιβάλλον, προσδίδουν δυσεύρετη πρωτοτυπία και ιδιαίτερη βαρύτητα στο έργο του. Αξίζει να σταχυολογηθούν κάποιες παρατηρήσεις του:

14– Η ελιά και το αμπέλι δεν είχαν στην Κύπρο τη σημασία που είχαν στην Κρήτη, παρόλο που η αμπελουργία είχε εξαπλωθεί αισθητά τον 19ο αιώνα.

15– Η μειωμένη διασπορά των δημητριακών το 1832/33 σε σχέση με το 1572, ανταποκρίνεται στη μείωση της σημασίας τους στη Μεσόγειο, εξαιτίας της μετατόπισης του κέντρου βάρους του εμπορίου σιτηρών στη Βαλτική.

16– Για την απάντηση στο ερώτημα της βιωσιμότητας υδρόφιλων καλλιεργειών στην Κύπρο, όπως το ζαχαροκάλαμο, το βαμβάκι και οι μουριές στις οποίες βασιζόταν η σηροτροφία, προτείνει διάφορους παράγοντες, όπως η κατασκευή αρδευτικών καναλιών και λαγουμιών, η καθιέρωση δικαιωμάτων νερού κ.ά., με πιθανότερη εξήγηση τη Μικρή Παγετώδη περίοδο (από τον 16ο έως και τον 19ο αιώνα) που συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με τα 250 χρόνια που χωρίζουν τις δυο απογραφές. Η αυξημένη βροχόπτωση και χιονόπτωση που προκάλεσε, αξιοποιήθηκε από τους κατοίκους του νησιού ως υδραυλική ενέργεια για τη λειτουργία νερόμυλων. Το 1572 καταγράφηκαν 344 υδροκίνητοι αλευρόμυλοι και αυξήθηκαν σε 436 το 1832/33.

17– Η μετακίνηση του πληθυσμού από τα ορεινά το 1572 στις πεδιάδες το 1832/33, ενώ από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα οι άνθρωποι αναζητούσαν την ασφάλεια των βουνών, παρατηρήθηκε ότι συμβαδίζει με παρόμοια φαινόμενα σ’ ολόκληρη τη Μεσόγειο.

18– Η μετατόπιση του κέντρου βάρους της οικονομίας προς τα ανατολικά με ταυτόχρονη αναβάθμιση της Μεσαορίας, ερμηνεύτηκε ως αποτέλεσμα της ανάδειξης της Λάρνακας στο κυριότερο εμπορικό λιμάνι του νησιού, παράλληλα με την αύξηση της σημασίας των τσιφλικιών, που ανήκαν κυρίως σε εγκατεστημένους στη Λάρνακα Ευρωπαίους προστατευόμενους.

19Η περιουσιολογική απογραφή του 1832/33, έδωσε επιπλέον τη δυνατότητα να εξεταστεί η κατανομή του πλούτου και τα χαρακτηριστικά των ατόμων που κατείχαν τα διακριτά στρώματα της κοινωνικής πυραμίδας, ενώ η ονοματολογία στην ίδια απογραφή φώτισε πολιτισμικά χαρακτηριστικά των δρώντων υποκειμένων στην οθωμανική Κύπρο.

20Όσον αφορά την κατανομή του πλούτου, πρώτη στον κατάλογο σημειώνεται η σταυροπηγιακή και υπαγόμενη στο Πατριαρχείο Μονή Κύκκου, γνωστή για τις πολυσχιδείς οικονομικές δραστηριότητές της, ενώ την κορυφή της οικονομικής πυραμίδας καταλαμβάνουν Ευρωπαίοι προστατευόμενοι, άτομα που απολάμβαναν το φορολογικό και νομικό καθεστώς των διομολογήσεων, ή ήταν Οθωμανοί προστατευόμενοι έμποροι, σύμφωνα με το καθεστώς των «Εμπόρων της Ευρώπης », που δημιουργήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα ως αντιστάθμισμα των προνομίων των διομολογήσεων. Μεταξύ των είκοσι τριών Κυπρίων που είχαν τον τίτλο του Οθωμανού προστατευόμενου εμπόρου ήταν ο Αρμένιος Χατζή Μπόγος. Κοινός παρονομαστής και στις δυο προνομιούχες κατηγορίες, η συσσώρευση πλούτου, ο οποίος προβάλλει χωρίς διάκριση με κριτήρια την εθνότητα ή τη θρησκεία.

21Συνδυάζοντας στοιχεία και άλλων πηγών, ο συγγραφέας διέγνωσε ακόμη και τον πλούτο επωνύμων που δεν είχε καταγραφεί, είτε διότι δεν περιλάμβανε γαίες, κτίρια, δέντρα ή ζώα, αλλά βασιζόταν σε μετρητά, τιμαλφή και εμπορεύματα, υποδηλώνοντας επικερδείς εμπορικές και χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, είτε διότι για την απόκρυψή του είχαν δηλωθεί ως κάτοχοι περιουσίας διάφορα άλλα άτομα. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το υψηλό ποσοστό γυναικών κατόχων περιουσιών στα δυο οικονομικά κέντρα του νησιού, τη Λευκωσία και τη Λάρνακα, το οποίο ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα της πρακτικής μεταβίβασης περιουσιών στις συζύγους εν όψει ενδεχόμενης κατάσχεσης περιουσίας.

22Μεταξύ των πλουσιότερων συγκαταλέγονται μέλη των οικογενειών Λαπιέρ και Ματέι, που είχαν κυρίαρχο ρόλο στην τοπική οικονομία, κατέχοντας μεγάλα τσιφλίκια και ελέγχοντας μεγάλο μέρος των προϊόντων εξαγωγής, κατά τον 19ο αιώνα. Το πλεόνασμα της αγροτικής παραγωγής, ιδιαίτερα προϊόντων όπως το σιτάρι, το βαμβάκι και το ριζάρι, αποτέλεσε πεδίο ανταγωνισμού, εφόσον σ’ αυτό στηριζόταν το επικερδές εξαγωγικό εμπόριο και η συσσώρευση πλούτου. Πάντως, από τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, παρατηρείται αναδιανομή πλούτου και εξουσίας προς όφελος των χριστιανών, ενώ αναδεικνύονται ντόπιοι έμποροι ανεξαρτήτως θρησκείας, προκαλώντας τριγμούς στην οθωμανική τάξη πραγμάτων.

23Η εξονυχιστική ανάλυση των δεδομένων της περιουσιολογικής απογραφής του 1832/33 οδήγησε στη διαπίστωση της πόλωσης στην κατοχή περιουσίας, εφόσον το πλουσιότερο μέρος του πληθυσμού κατείχε το 45%, ενώ το φτωχότερο 10% κατείχε το 0,6% του καταγραμμένου πλούτου. Αξιοποιώντας τα στοιχεία της ίδιας απογραφής, ο συγγραφέας τεκμηριώνει επίσης την ιστορικότητα των τοπωνυμίων, τονίζοντας τις ιδιαιτερότητες της κυπριακής διαλέκτου, κυρίως στην προφορά των τοπωνυμίων και των ονομάτων, πολλά από τα οποία συνιστούν φραγκική και βενετική παρακαταθήκη στο νησί.

24Όλα τα δεδομένα που τεκμηριώνουν τη διάδραση ανθρώπων και περιβάλλοντος στο χερσαίο νησί, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τα ιστορικά τεκταινόμενα, τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους σε δεδομένη χρονική περίοδο.

25Η ένταξη της Κύπρου στην εποχή των επαναστάσεων, όπως δηλώνεται στον τίτλο, φαντάζει ως σχήμα οξύμωρο, δεδομένου ότι η Κύπρος δεν βίωσε κάποια επανάσταση κατά την περίοδο των επαναστάσεων, η οποία στην παγκόσμια διάσταση αρχίζει γύρω στο 1760 και τελειώνει το 1848 ή το 1871. Οι μεγάλες επαναστάσεις, η Γαλλική, η Αμερικανική, ή η Βιομηχανική επανάσταση είχαν αντίκτυπο σ’ ολόκληρο τον κόσμο, παράλληλα όμως υπήρχαν λιγότερο δραματικές επαναστάσεις, κρίσεις, ταραχές, ανακατατάξεις, με ποσοτικές και ποιοτικές κοινωνικές αλλαγές. Στο πλαίσιο της οθωμανικής εποχής των επαναστάσεων, η περίοδος 1764-1840 ήταν η πιο ταραχώδης φάση της κυπριακής ιστορίας από τον ύστερο Μεσαίωνα. Σε περίοδο που χαρακτηρίζεται ως η εποχή των επαναστάσεων, και με κάποιες εμβληματικές προσωπικότητες να συγκεντρώνουν προκλητικά πλούτο και εξουσία, η Κύπρος έμοιαζε με καζάνι που σιγόβραζε και κατά καιρούς ξεχείλιζε.

26Ναυτικές επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως η Κάθοδος των Ρώσων από τη Βαλτική στο Αιγαίο το 1770 και το 1788, και η εκστρατεία των Γάλλων το 1798-1801, είχαν άμεσο αντίκτυπο στην Κύπρο, αναβαθμίζοντας τη γεωστρατηγική σημασία της. Παράλληλα, το νησί βιώνει σοβαρές εσωτερικές εξεγέρσεις κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα με κίνητρα την υπερφορολόγηση και τη συσσωρευμένη εξουσία: την εξέγερση κατά του μουχασίλη Τσιλ Οσμάν και κάψιμο του σαραγιού στη Λευκωσία, τη σύγκρουση του μουχασίλη Χατζημπακκή με τους ιεράρχες, τους μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους προκρίτους και τον δραγομάνο Χατζηγεωργάκη το 1784-1789, κοινή εξέγερση χριστιανών και μουσουλμάνων κατά του Χατζηγεωργάκη, η οποία εξαπλώθηκε σ’ όλο το νησί και κατεστάλη με αποστολή στρατευμάτων από την Ανατολία και τη Συρία, με αποτέλεσμα τη φυγή του δραγομάνου στην Κωνσταντινούπολη, το 1804, αργότερα, το 1810, την καθαίρεση του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου και την αντικατάστασή του από τον Κυπριανό, ακόμη μια σοβαρή πολιτική κρίση το 1839/40, με καθαίρεση του αρχιεπισκόπου Παναρέτου και των δημογερόντων εν όψει κατηγοριών για διαφθορά. Γενικά, το νησί αντιμετώπιζε κάθε πέντε περίπου χρόνια μια σοβαρή κρίση με παράλληλες φυσικές καταστροφές, όπως ανομβρίες και επιδρομές ακρίδων με επακόλουθες σιτοδείες και λιμούς, φαινόμενα που συνέτειναν στις λόγω επιδείνωσης των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών επανειλημμένες μαζικές μεταναστεύσεις στην Ανατολία και τη Συρία. Οι μετανάστες επέστρεφαν στο νησί έχοντας εξασφαλίσει υπόσχεση φοροαπαλλαγής. Με τα δεδομένα αυτά, η αντανάκλαση της εποχής των επαναστάσεων στην Κύπρο δεν εκφράστηκε με μια ριζική ανατροπή, επέφερε όμως μέσα από διεργασίες ανακατανομής πλούτου και εξουσίας, καίριες μεταβολές στην πολιτική οικονομία του νησιού και στις σχέσεις μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων.

27Ο συγγραφέας έθεσε ως πρωταρχικό στόχο του βιβλίου τις – μέσα από σύνθεση και ανάλυση – απαντήσεις καίριων ιστορικών ερωτημάτων αλλά και τη διατύπωση νέων που θα προέκυπταν από την έρευνα. Κινήθηκε από το γενικό στο συγκεκριμένο, και ξεκινώντας από το παγκόσμιο πλαίσιο και προχωρώντας στο περιφερειακό, επικεντρώθηκε στο τοπικό, το περιεχόμενο του οποίου αναλύει και συνθέτει σε όλες του τις εκφάνσεις, θέτοντας συνεχώς προβληματισμούς γύρω από το πλέγμα της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας της Κύπρου κατά την εποχή των επαναστάσεων, με προεκτάσεις που φτάνουν στα νεότερα χρόνια μέχρι το σήμερα. Κινήθηκε μέσα σε τρία διαφορετικά αλλά αλληλένδετα χωρικά πλαίσια που περιλαμβάνουν την Ανατολική Μεσόγειο, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, μια πολυεθνοτική και πολυθρησκευτική τότε οντότητα, και την Κύπρο.

28Επιχειρώντας σχηματική αναπαράσταση, θα μπορούσε να πει κανείς πως το πόνημα αυτό κινείται διαγράφοντας μεγάλους κυματισμούς, με κάθε κύμα να επιστρέφει μέσα του, να ανακυκλώνεται για να επανέλθει δριμύτερο, με μεγαλύτερο άνοιγμα που το οδηγεί πιο μακριά, σε ευρύτερους ορίζοντες…

29Σε όλη του τη διαδρομή το βιβλίο θέτει και απαντά ερωτήματα ανοίγοντας ταυτόχρονα άλλα, διατηρώντας άγρυπνο τον νου του αναγνώστη με συνεχή προβληματισμό και ωθώντας τον να συνεχίσει το ανάγνωσμα. Και μέσα από όλα αυτά, πέτυχε να καταδείξει πόσο μέγας είναι ο μικρός κόσμος ενός χερσαίου νησιού στην εσχατιά της Μεσογείου, και κατέστησε ορατά τα χιλιάδες νήματα που τον συνδέουν με τον ευρύτερο χώρο. Ο Αντώνης Χατζηκυριάκου μας χάρισε ένα πρωτότυπο έργο που αποπνέει ωριμότητα αλλά και φρεσκάδα, σε γλώσσα που εκφράζει με απλότητα έννοιες σύνθετες και μεταφέρει στην ελληνική πολύπλοκους ξένους όρους. Εύστοχα συνδυάζει τον θεωρητικό προβληματισμό με αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει στην αρχειακή έρευνα η χρήση ψηφιακών εργαλείων, των Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών. Με βάση την περίπτωση της Κύπρου, δίνει το έναυσμα για διερεύνηση άλλων νησιωτικών ή παράκτιων περιοχών του μεσογειακού χώρου, στις οποίες το περιβάλλον, η οικονομία και η κοινωνία συνδιαλέγονται με διαφορετικούς ή και παραπλήσιους τρόπους, γράφοντας τη δική τους ιστορία, με συνεκτικό κρίκο τη Μεσόγειο, κάτω από την πλατιά ομπρέλα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

30Όχι τυχαία, από τη διανοητική σπίθα για τη συγγραφή του βιβλίου έως την έκδοσή του, χρειάστηκαν δέκα χρόνια, μια Οδύσσεια, που ελπίζουμε πως θα συνεχιστεί με την ίδια δυναμική σε επόμενες δημιουργίες.

31Το ιστορικό αυτό πόνημα τροφοδοτεί και άλλα ερευνητικά πεδία: συμβάλλει στη διαχρονική τεκμηρίωση της κλιματικής αλλαγής με πολύτιμα στοιχεία που αφορούν τη Μικρή Παγετώδη στην Κύπρο, προσφέρει νέο, άγνωστο υλικό για την έρευνα των νερόμυλων και άλλων εγκαταστάσεων προβιομηχανικής τεχνολογίας στο νησί, ακόμη – και όχι λιγότερο σημαντικό – προσδίδει ιστορικό βάθος στον νεότερο, κατά βάση αγροτικό, παραδοσιακό πολιτισμό της Κύπρου. Αυτόν τον πολιτισμό βίωσαν και οι δυο γιαγιάδες του συγγραφέα, στις οποίες είναι αφιερωμένο το Χερσαίο Νησί.

Haut de page

Pour citer cet article

Référence électronique

Ευφροσύνη Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου, « Αντώνης Χατζηκυριάκου, Χερσαίο νησί. Η Μεσόγειος και η Κύπρος στην οθωμανική εποχή των επαναστάσεων », Cahiers du Centre d’Études Chypriotes [En ligne], 55 | 2025, mis en ligne le 12 octobre 2025, consulté le 12 octobre 2026. URL : http://journals.openedition.org/cchyp/2255 ; DOI : https://doi.org/10.4000/151cn

Haut de page

Droits d’auteur

CC-BY-NC-SA-4.0

Le texte seul est utilisable sous licence CC BY-NC-SA 4.0. Les autres éléments (illustrations, fichiers annexes importés) sont susceptibles d’être soumis à des autorisations d’usage spécifiques.

Haut de page
Rechercher dans OpenEdition Search

Vous allez être redirigé vers OpenEdition Search