Navigation – Plan du site

AccueilNuméros56Comptes rendusΆννα Λέκκα, Σοφία Αντωνιάδου (επι...

Comptes rendus

Άννα Λέκκα, Σοφία Αντωνιάδου (επιμ.), Κυπριακές Αρχαιότητες στην Ελλάδα. Ιστορικό και Νομοθετικό πλαίσιο.

Άννα Γεωργιάδου
p. 444-450
Référence(s) :

Άννα Λέκκα, Σοφία Αντωνιάδου (επιμ.), Κυπριακές Αρχαιότητες στην Ελλάδα. Ιστορικό και Νομοθετικό πλαίσιο. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κύπρου, Λευκωσία, 2023. 253 σελίδες – ISBN 978-9925-553-58-7.

Texte intégral

  • 1 Β. Καραγιώργης, «Συλλογές κυπριακών αρχαιοτήτων σε μουσεία του εξωτερικού». Κύπριος Χαρακτήρ: Ιστορ (...)

1Ο παρών συλλογικός τόμος αποτελεί τη δημοσίευση των πρακτικών της ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2019 από τον Σύνδεσμο Υποτρόφων του Ιδρύματος Α. Γ. Λεβέντη (Ελλάδας). Είναι αφιερωμένος στη μνήμη του Βάσου Καραγιώργη, αναγνωρίζοντας τον καταλυτικό ρόλο που διαδραμάτισε, μεταξύ άλλων, στην ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου και ιδίως των συλλογών κυπριακών αρχαιοτήτων ανά τον κόσμο1.

2Ο τόμος απευθύνεται σε ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό, τόσο αρχαιολόγους και ιστορικούς όσο και σε νομικούς και μελετητές της πολιτιστικής διαχείρισης. Αποτελεί μια συστηματική προσπάθεια εξέτασης της ιστορικής διακίνησης των κυπριακών αρχαιοτήτων και ειδικότερα της παρουσίας τους στην Ελλάδα, μέσα από το πρίσμα της νομοθεσίας, της διοικητικής πρακτικής αλλά και της μουσειακής διαχείρισης.

3Όπως επισημαίνουν στα εισαγωγικά κεφάλαια οι επιμελήτριες της έκδοσης, Άννα Λέκκα και Σοφία Αντωνιάδου, βασική θεματική του τόμου αποτελεί η διαχείριση και προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς κυπριακής προέλευσης σε ελληνικές δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές. Οι κυπριακές αρχαιότητες συνιστούν τα κύρια, αν όχι τα μοναδικά, πολιτιστικά αγαθά αλλοδαπής προέλευσης στην Ελλάδα και η παρουσία τους συνδέεται με ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές πτυχές των σχέσεων Ελλάδας και Κύπρου. Η εισαγωγή ολοκληρώνεται με ανασκόπηση της Ελένης Μαντζουράνη για τη διδασκαλία της κυπριακής αρχαιολογίας και των κυπριακών σπουδών σε ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια, τονίζοντας ουσιαστικά τους ακαδημαϊκούς και πολιτιστικούς δεσμούς των δύο χωρών.

4Προκειμένου να διερευνηθεί πώς και γιατί προέκυψαν οι εν λόγω συλλογές, ο τόμος εξετάζει το γενικότερο ιστορικό και νομοθετικό πλαίσιο της διακίνησης και εξαγωγής (νόμιμης και παράνομης) των αρχαιοτήτων από την Κύπρο κατά την οθωμανική περίοδο, τη βρετανική αποικιοκρατία, την περίοδο της ανεξαρτησίας ως και τις μέρες μας. Η βασική του συμβολή έγκειται πρωτίστως στην παρουσίαση νέου αρχειακού υλικού και στη σύνδεση ιστορικής αφήγησης με νομική ανάλυση. Αυτό επιτυγχάνεται χάρη στη συμμετοχή συγγραφέων διαφορετικών ειδικοτήτων, όπως αρχαιολόγοι, ερευνητές, ακαδημαϊκοί, αρχαιολογικοί λειτουργοί και έφοροι μουσείων, από την Κύπρο, την Ελλάδα και τη Μεγάλη Βρετανία, καθώς και ειδικών στον τομέα του πολιτιστικού δικαίου.

5Ο τόμος οργανώνεται χρονολογικά και θεματικά και περιλαμβάνει συνολικά δεκαπέντε ανακοινώσεις, οι οποίες κατανέμονται σε τέσσερεις θεματικές ενότητες: τη διακίνηση των κυπριακών αρχαιοτήτων κατά τον 19ο και 20ο αιώνα (Ενότητα Ι), τη διακίνησή τους κατά τα νεότερα χρόνια (Ενότητα ΙΙ), την παρουσία τους στην Ελλάδα (Ενότητα ΙΙΙ), και, τέλος, το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο σχετικά με τη διακίνηση και την προστασία των κυπριακών αρχαιοτήτων (Ενότητα ΙV).

  • 2 Παραδείγματος χάρη, βλέπε τα πρακτικά του συνεδρίου: V. Tatton-Brown (επιμ.), Cyprus in the 19th Ce (...)
  • 3 Παραδείγματος χάρη, βλέπε D. Pilides, A. McCarthy (επιμ.), Protecting the Cultural Heritage of Cypr (...)
  • 4 Β. Καραγιώργης, Αρχαία Κυπριακή Τέχνη στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Αθήνα, 2003.
  • 5 Ν. Κούρου, Γ. Μπουρογιάννης, Ρυθμοί της κυπριακής κεραμικής. Σύντομη επισκόπηση με βάση τη συλλογή (...)

6Συνολικά, ο αναγνώστης παρακολουθεί την ιστορική εξέλιξη της νομοθεσίας, της διοικητικής πρακτικής αλλά και των ιδεολογικών αντιλήψεων σχετικά με την εμπορία και τη διακίνηση αρχαιοτήτων στην Κύπρο. Πρόκειται, ωστόσο, για μια θεματική που έχει ήδη απασχολήσει τη βιβλιογραφία, ιδίως σε ό,τι αφορά τον 19ο αιώνα και την περίοδο της αποικιοκρατίας2. Αντίστοιχα, η παράνομη κατοχή και διακίνηση κυπριακών αρχαιοτήτων κατά την ταραχώδη περίοδο 1963-1974 έως και τις μέρες μας, καθώς και τα ζητήματα προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, έχουν εξεταστεί διεξοδικά τόσο στη βιβλιογραφία των αρμόδιων φορέων της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και σε διεθνείς μελέτες3. Σε αυτό το γενικό πλαίσιο, το οποίο εμπλουτίζεται από αρχειακά στοιχεία, εντάσσεται η ειδικότερη θεματική της παρουσίας των κυπριακών αρχαιοτήτων στην Ελλάδα και η διαχείριση και προστασία τους. Οι δημόσιες συλλογές κυπριακών αρχαιοτήτων στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (ΕΑΜ)4 και στο Μουσείο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ)5 είναι ήδη γνωστές στη βιβλιογραφία. Αντίθετα, λιγότερα στοιχεία γνωρίζουμε για τις ιδιωτικές συλλογές, οι οποίες εξετάζονται στον παρόντα τόμο.

7Ως προς τη δομή της έκδοσης, παρά τη σαφή οργάνωση, παρατηρείται μια σχετική ανισορροπία, καθώς η πρώτη ενότητα είναι κατά μακράν εκτενέστερη των υπολοίπων, λόγω της ένταξης μιας ιδιαίτερα μακροσκελούς ανακοίνωσης (σ. 47-92). Παρουσιάζονται επίσης αναπόφευκτες επαναλήψεις ως προς το περιεχόμενο, αν και συχνά, όχι όμως συστηματικά, γίνονται παραπομπές σε συναφή κεφάλαια. Η επικάλυψη αυτή, αν και ενισχύει σε κάποιο βαθμό τη συνοχή, ενίοτε επιβαρύνει την ανάγνωση. Η ύπαρξη ενός γενικού ευρετηρίου θα διευκόλυνε σημαντικά τη χρήση του βιβλίου δεδομένης της πληθώρας ιστορικών πληροφοριών και νομικών όρων. Τα τυπογραφικά λάθη είναι σπάνια, και τα γενικότερα σφάλματα περιορισμένα. Ενδεικτικά, στη σ. 103 αναφέρεται ότι ο νόμος του 1884 θεσπίστηκε από τους Βρετανούς, ενώ πρόκειται για οθωμανικό νόμο. Οι εικόνες, οι οποίες συγκεντρώνονται στο τέλος του τόμου, παρουσιάζουν ορισμένες ατέλειες: η εικ. 45 αποτελεί επανάληψη της εικ. 5, οι εικ. 42 και 44 θα πρέπει να αντιστραφούν μεταξύ τους, ενώ ορισμένες εικόνες που αναπαράγουν αρχειακά έγγραφα δεν είναι ιδιαίτερα ευκρινείς λόγω του μικρού τους μεγέθους (π.χ. εικ. 38).

  • 6 Βλέπε A. G. Marangou, The Consul Luigi Palma di Cesnola 1832-1904. Life and Deeds. Nicosia, 2000.
  • 7 N. Stanley-Price, «The Ottoman law of antiquities (1874) and the founding of the Cyprus Museum». Ta (...)

8Η πρώτη ενότητα εστιάζει στην οθωμανική και βρετανική περίοδο, αναδεικνύοντας τη ρευστότητα του νομοθετικού πλαισίου και την αδυναμία αποτελεσματικού ελέγχου. Αξιοποιώντας το αρχείο του οθωμανικού κράτους, η Άρτεμις Παπαθεοδώρου παρουσιάζει τις πολιτικές σχετικά με τις ανασκαφές και τις εξαγωγές κυπριακών αρχαιοτήτων πριν και μετά τη θέσπιση του πρώτου «Περί Αρχαιοτήτων» οθωμανικού νόμου το 1869. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη στάση των αρχών απέναντι στη συνεχή και ανεξέλεγκτη δράση του Luigi Palma di Cesnola6, παρά τους περιορισμούς που έθετε ο τροποποιημένος «Περί Αρχαιοτήτων» νόμος του 1874 και το σύστημα τριμερούς διαμοιρασμού των ευρημάτων7. Τα οθωμανικά αρχεία καταγράφουν επίσης αντιδράσεις των αρχών απέναντι στις μεταφορές αρχαιοτήτων στο Λονδίνο μετά το 1878, όταν η Κύπρος τέθηκε υπό βρετανική διοίκηση, χωρίς ωστόσο ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς οι βρετανικές αρχές εξακολουθούσαν να εφαρμόζουν τον νόμο του 1874 και όχι τον αυστηρότερο οθωμανικό νόμο του 1884.

  • 8 Βλέπε επίσης T. Kiely, «By way of introduction. Empires and excavations in Cyprus 1878-1960». Kiely (...)

9Η πρώιμη περίοδος της Αγγλοκρατίας αναλύεται διεξοδικά στο εκτενές κεφάλαιο του Thomas Kiely. Η εξέταση των κρατικών αρχείων αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, τη μεγάλη έκταση των παράνομων ανασκαφών και του εμπορίου αρχαιοτήτων κατά τη δεκαετία του 1890. Το φαινόμενο είχε λάβει πολιτικές διαστάσεις καθώς το εμπόριο αρχαιοτήτων αναγνωριζόταν από τους αξιωματούχους και σε αυτό εμπλέκονταν τοπικοί συλλέκτες και έμποροι, ενώ αποτελούσε οικονομική αναγκαιότητα για τους χωρικούς. Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, εντάσσει το φαινόμενο στο κοινωνικό-οικονομικό του πλαίσιο8. Παρά τις προσπάθειες ορισμένων ύπατων αρμοστών, η αποτελεσματική προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ήταν ανύπαρκτη έως τη θέσπιση του νόμου «Περί Αρχαιοτήτων» του 1905. Έτσι, «…όταν η Κύπρος προσαρτήθηκε επίσημα στη Βρετανία το 1914, το νησί διέθετε ένα μουσείο ειδικά για αρχαιότητες, ένα ισχυρό νομικό πλαίσιο για τη ρύθμιση των αρχαιοτήτων, τόσο αυστηρό όσο κανένα άλλο στη γύρω περιοχή, και στο πρόσωπο του Μενελάου Μαρκίδη, έναν αξιόλογο έφορο αρχαιοτήτων» (σ. 82).

  • 9 D. Pilides, «Menelaos Markides, the first Curator of the Cyprus Museum». J. M. Webb, Lapithos Vrysi (...)
  • 10 Βλέπε B. Karageorghis, C. Bakirtzis (επιμ.), Protecting the Cultural and Archaeological Heritage of (...)

10Ο σημαντικός ρόλος του Κυπριακού Μουσείου (ΚΜ) στη διαχείριση των αρχαιοτήτων εξετάζεται από τη Δέσποινα Πηλείδου. Η ίδρυση κεντρικού μουσείου προβλεπόταν από τον νόμο του 1905, ο οποίος ρύθμιζε τις άδειες ανασκαφών και εξαγωγών και καταργούσε τον τριμερή διαμοιρασμό. Η συμβολή του Μενέλαου Μαρκίδη υπήρξε καθοριστική όχι μόνο στην αρχαιολογία, αλλά και στη διαχείριση της πολιτισμικής κληρονομίας από τη θέση του εφόρου του Κυπριακού Μουσείου, όπου διορίστηκε το 19129. Διοικητικές διεργασίες και κοινωνικές πιέσεις οδήγησαν το 1935 στην ίδρυση του Τμήματος Αρχαιοτήτων και στη θέσπιση νέου νόμου «Περί Αρχαιοτήτων», ο οποίος, με μεταγενέστερες τροποποιήσεις, παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα10.

  • 11 Βλέπε επίσης G. Bourogiannis, The Sanctuary of Ayia Irini Reconsidered. A Quest for Gods and Territ (...)

11Η εξελικτική πορεία προς την αυστηροποίηση του νόμου και την επιβολή αποτελεσματικότερου ελέγχου ουσιαστικά ανακόπτεται κατά την περίοδο δράσης της Σουηδικής Αποστολής στην Κύπρο (1927-1931), όπως παρουσιάζεται στο κεφάλαιο του Γιώργου Μπουρογιάννη. Αποικιακή κυβέρνηση και επιφανείς Κύπριοι συνέργησαν στην αναστολή της ισχύος του νόμου του 1905 και στην επαναφορά του συστήματος διαμοιρασμού που προέβλεπε ο νόμος του 1874. Οι διευκολύνσεις και η ευνοϊκή μεταχείριση της αποστολής οδήγησαν το 1931 στην εκτεταμένη εξαγωγή των ευρημάτων των ανασκαφών της στη Σουηδία (τα 2/3, δηλαδή 12.000 από 18.000 αρχαιότητες). Χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνεπειών του συστήματος διαμοιρασμού αποτελεί η διάσπαση του ενιαίου συνόλου των πήλινων αγαλμάτων της Αγίας Ειρήνης μεταξύ Λευκωσίας και Στοκχόλμης11. Ασφαλώς, η δράση της Σουηδικής Αποστολής αξιολογείται σήμερα με βάση το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής εκείνης, χωρίς αναχρονιστικές κρίσεις, ενώ παράλληλα αναγνωρίζεται η καθοριστική της συμβολή στην επιστημονική θεμελίωση της κυπριακής αρχαιολογίας.

  • 12 Βλέπε S. Hadjisavvas, «The destruction of the archaeological heritage of Cyprus». N. J. Brodie, J.  (...)

12Η δεύτερη ενότητα του τόμου εστιάζει στη διακίνηση κυπριακών αρχαιοτήτων κατά τη νεότερη περίοδο και στις μεταβολές του νομοθετικού πλαισίου. Η Ευθυμία Άλφα, βάσει αρχειακής έρευνας, καταδεικνύει ότι κατά τις πρώτες δεκαετίες εφαρμογής του αυστηρότερου νόμου «Περί Αρχαιοτήτων» του 1935 συνεχίστηκαν οι εξαγωγές αρχαιοτήτων μέσω εμπορευματοποίησης, διπλωματικών προνομίων και ιδιωτικών συλλογών, καθώς και μέσω της ενίσχυσης μουσειακών και πανεπιστημιακών συλλογών του εξωτερικού. Η τροποποίηση του 1964, με την κατάργηση του διαμοιρασμού ευρημάτων από ξένες αρχαιολογικές αποστολές, αποτέλεσε σημαντικό ορόσημο. Οι πολιτικές αναταραχές, ωστόσο, της δεκαετίας του 1960 οδήγησαν σε έξαρση λαθρανασκαφών και παράνομων εξαγωγών και ορισμένοι Κύπριοι συλλέκτες επωφελήθηκαν της κατάστασης για τον εμπλουτισμό των συλλογών τους12.

  • 13 E. Alphas, «From a Bronze Age tomb in Cyprus to the estate of a gentleman in Sussex: measures taken (...)
  • 14 Η εκκένωση του ΚΜ παρουσιάζεται, μεταξύ άλλων, στο ντοκιμαντέρ «Σκάμματα» παραγωγή του 2024 από το (...)

13Η τουρκική εισβολή το 1974 σηματοδότησε μια δραματική καμπή, με εκτεταμένες λεηλασίες και παράνομη διακίνηση χιλιάδων αντικειμένων, από τα οποία μόνο ένας μικρός αριθμός έχει εντοπιστεί από το Τμήμα Αρχαιοτήτων και έχει επαναπατριστεί13. Η συζήτηση αυτή συνάδει με την ευρύτερη διεθνή προβληματική για τις επιπτώσεις των πολιτικών συγκρούσεων στην πολιτιστική κληρονομιά. Χαρακτηριστική είναι επίσης η περιγραφή από τη συγγραφέα ενός «άλλου είδους εξαγωγής», που πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 1974, όταν οι αρχαιότητες του ΚΜ μεταφέρθηκαν για λόγους προστασίας στο ΕΑΜ, όπου παρέμειναν έως το 197914.

14Σημαντικές μεταγενέστερες τροποποιήσεις του νόμου «Περί Αρχαιοτήτων» (1996, 2002, 2014) επέφεραν περαιτέρω αυστηροποιήσεις: η εξαγωγή επιτρέπεται πλέον μόνο για προσωρινή έκθεση σε μουσείο ή ίδρυμα, για δανεισμό ή για επιστημονική μελέτη, ενώ απαγορεύθηκε η εξαγωγή ιδιωτικών συλλογών (2002) και καταργήθηκε η εμπορία αρχαιοτήτων (2014), με ταυτόχρονη αύξηση των ποινών.

  • 15 Βλέπε επίσης N. Stanley‑Price, «Illicit excavation and the sale of ‘duplicate’ antiquities: Rupert (...)

15Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η μελέτη της Ευτυχίας Ζαχαρίου για τη λειτουργία των αρχαιοπωλείων στην Κύπρο, η οποία διαφωτίζει μια λιγότερο γνωστή πτυχή της διακίνησης κυπριακών αρχαιοτήτων. Η αρχειακή έρευνα αποκαλύπτει ότι η εμπορία αρχαιοτήτων υπήρξε ανεκτή υπό τον οθωμανικό νόμο του 1874 και τη διατήρησή του από τις βρετανικές αρχές. Ακόμη και το ΚΜ προέβαινε σε πωλήσεις υπεράριθμων αντικειμένων προς ενίσχυση των εσόδων του15, πρακτική που συνεχίστηκε έως τη δεκαετία του 1980. Η αδειοδότηση του επαγγέλματος του αρχαιοπώλη καθιερώθηκε με τη θέσπιση του νόμου του 1935 και την ίδρυση του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Πληροφορούμαστε επίσης ότι το 2005 καταγράφεται στα αρχεία του Τμήματος Αρχαιοτήτων η τελευταία δωρεά αρχαιότητας σε επίπεδο πολιτικών αξιωματούχων, ενώ η εμπορία αρχαιοτήτων καταργήθηκε επίσημα το 2014, αν και η χορήγηση νέων αδειών για αρχαιοπώλες είχε ήδη διακοπεί νωρίτερα. Τα στοιχεία αυτά προκαλούν αναμφίβολα αναστοχασμό για τις πρακτικές του παρελθόντος, και όπως σημειώνει η συγγραφέας, οι πωλήσεις ή οι δωρεές αρχαιοτήτων αξιολογούνται σήμερα υπό αυστηρότερο δεοντολογικό πρίσμα. Παράλληλα, ιδιαίτερη προσοχή αποδίδεται στις νομιμοποιημένες ιδιωτικές συλλογές, που πλέον εντάσσονται στην πολιτιστική κληρονομιά της Κύπρου.

  • 16 Η συλλογή αυτή έχει ήδη επαναπατριστεί και μάλιστα το τάλαντο της συλλογής εκτίθενται στο ΚΜ. https (...)

16Χαρακτηριστική περίπτωση τέτοιας συλλογής αποτελεί εκείνη του Harvey Mudd, η οποία συνδέεται επίσης με τη σύγχρονη τάση επαναπατρισμών αρχαιοτήτων. Σύμφωνα με την έρευνα της Βασιλικής Κασσιανίδου, οι πρώτες αναφορές στη συλλογή, η οποία εξήχθη στην Καλιφόρνια, εντοπίζονται το 1936, καθώς ο νόμος του 1935 «Περί Αρχαιοτήτων» υποχρέωνε τους κατόχους αρχαιοτήτων να τις δηλώσουν στο Τμήμα Αρχαιοτήτων. Η αρχειακή έρευνα κατέστησε δυνατή την ταύτιση σημαντικών αντικειμένων της συλλογής, όπως χάλκινων αντικείμενων από τον λεγόμενο «Θησαυρό του Μαθιάτη», καθώς και ενός τάλαντου χαλκού. Τέλος, σημειώνεται ότι με ιδιωτική πρωτοβουλία αποφασίστηκε ο επαναπατρισμός ολόκληρης της συλλογής (περίπου 250 αντικείμενα) στην Κύπρο16.

  • 17 S. Lubsen-Admiraal, Αρχαία Κυπριακή Τέχνη. Συλλογή Θάνου Ν. Ζιντίλη. Αθήνα, 2004.

17Η τρίτη ενότητα επικεντρώνεται στις κυπριακές αρχαιότητες που βρίσκονται στην Ελλάδα, προσφέροντας μια πρώτη συστηματική αποτύπωση της παρουσίας τους. Η μελέτη της Άννας Λέκκα, με βάση τα αρχεία της Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών, παρουσιάζει νέα στοιχεία για τις ιδιωτικές συλλογές και εξετάζει, μεταξύ άλλων, την κατανομή των κατόχων και τους τρόπους πρόσκτησης των συλλογών. Από την έρευνα προκύπτει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό κυπριακών αρχαιοτήτων βρίσκεται σε ιδιωτικά μουσεία (35%), όπως το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης όπου φυλάσσεται η συλλογή Ζιντίλη, αριθμώντας περισσότερα από 800 αντικείμενα17. Σχεδόν το ίδιο ποσοστό αντιστοιχεί σε ιδιώτες Κύπριους εγκατεστημένους στην Ελλάδα (27%) και σε Έλληνες πολιτικούς και διπλωμάτες που υπηρέτησαν στην Κύπρο (25%), ενώ ένα μικρότερο ποσοστό ανήκει σε Έλληνες ιδιώτες (13%). Μεταξύ των ιδιωτικών αυτών συλλογών εντοπίζονται και ορισμένα αγγεία εφυαλωμένης μεσαιωνικής κεραμικής, ειδική θεματική με την οποία ασχολείται η Χρυσαυγή Κούτσικου. Η συγγραφέας σχολιάζει ένα σύνολο 70 εφυαλωμένων μεσαιωνικών αγγείων από αθηναϊκές συλλογές, τα οποία είναι σαφώς λιγότερα σε σύγκριση με την αρχαία κεραμική.

  • 18 Καραγιώργης 2003 (ό.π. σημ. 31).
  • 19 Κούρου, Μπουρογιάννης 2019 (ό.π. σημ. 32).

18Σημαντική θέση στη διαχείριση και προβολή της κυπριακής πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ελλάδα κατέχουν οι δημόσιες συλλογές. Η Δέσποινα Καλεσοπούλου και η Ελένη Κωνσταντινίδη-Συβρίδη αναλύουν τη συλλογή του ΕΑΜ, η οποία περιλαμβάνει περισσότερες από 850 αρχαιότητες18. Η συλλογή συγκροτήθηκε σταδιακά από τα μέσα του 19ου μέχρι και τα τέλη του 20ου αιώνα, κυρίως μέσω δωρεών. Η μόνιμη έκθεση της κυπριακής συλλογής εγκαινιάστηκε το 2009, βάσει σύγχρονης μουσειολογικής και μουσειογραφικής μελέτης. Η μικρότερη συλλογή κυπριακής κεραμικής στο Μουσείο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ αριθμεί 167 αντικείμενα και επανεκτέθηκε το 201719. Όπως περιγράφει η Αλεξάνδρα Σφυρόερα, η συλλογή, η οποία συστάθηκε για διδακτικούς λόγους για τους φοιτητές αρχαιολογίας, περιλαμβάνει κυρίως κεραμικά αγγεία τα οποία περιήλθαν σταδιακά στο μουσείο, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, μέσω μακροχρόνιου δανεισμού από το ΚΜ. Η παρουσίαση των συλλογών αυτών αναδεικνύει επίσης τη σημασία τους για τη μελέτη και την προβολή της κυπριακής αρχαιολογίας στον ελλαδικό χώρο.

19Ο τόμος ολοκληρώνεται με τη θεώρηση του ελληνικού και διεθνούς νομικού πλαισίου, διευρύνοντας τη θεματική και εντάσσοντας το ζήτημα των κυπριακών αρχαιοτήτων στην Ελλάδα στην ευρύτερη συζήτηση για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Με βάση τον αρχαιολογικό νόμο 3028/2002, η Ήρα Καλιαμπέτσου αναλύει ζητήματα προστασίας αρχαιοτήτων που ανήκουν σε αλλοδαπές πολιτιστικές παραδόσεις και βρίσκονται εντός της ελληνικής επικράτειας, είτε ερμηνεύονται ως μνημεία είτε ως πολιτιστικά αγαθά. Ακολούθως, ζητήματα κατοχής αρχαιοτήτων από ιδιώτες αναλύονται από τη Μάνθα Κ. Ζωγράφου, παρουσιάζοντας επίσης τους περιορισμούς που θέτει ο νόμος 3028/2002 ως προς τη μεταβίβαση της κυριότητας ή της κατοχής κινητών μνημείων. Οι διεθνείς συμβάσεις σχετικά με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομίας και τον επαναπατρισμό των πολιτιστικών θησαυρών στον λαό και στη χώρα προέλευσής τους, όπως οι συμβάσεις της UNESCO (1970), της UNIDROIT (1995), καθώς και σειρά ψηφισμάτων του ΟΗΕ (1972-2015), παρουσιάζονται στο κεφάλαιο της Μαρίας Βέργου. Τέλος, η συνδυαστική έρευνα της Ελένης Πιπέλια σε αρχεία κατασχέσεων της Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών και σε αρχεία εξαγωγών αρχαιοτήτων του Τμήματος Αρχαιοτήτων Κύπρου τεκμηριώνει ότι η Ελλάδα ότι δεν αποτελεί χώρα προορισμού παράνομα διακινηθέντων κυπριακών αρχαιοτήτων.

  • 20 D. Pilides, «Illicit trafficking of cultural objects: the case of Cyprus». Levant 55, 2023, σ. 275- (...)

20Αξίζει, κλείνοντας, να υπογραμμιστεί ότι σήμερα αναγνωρίζουμε πως η αντιμετώπιση του διαχρονικού προβλήματος της παράνομης διακίνησης κυπριακών αρχαιοτήτων προϋποθέτει όχι μόνο τη διεθνή συνεργασία και αποτελεσματικότερες εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις, αλλά και την ευρύτερη κοινωνική και πολιτιστική μεταστροφή ως προς την πρακτική της συλλογής αρχαιοτήτων20. Ο τόμος αυτός αναδεικνύει με σαφήνεια τη μεταβολή των αντιλήψεων και των πολιτικών πρακτικών σχετικά με τη διαχείριση των κυπριακών αρχαιοτήτων, από την ανοχή της εμπορίας κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ου έως τις σημερινές αυστηρότερες νομικές και ηθικές προσεγγίσεις. Υπό το πρίσμα αυτό, αποτελεί ουσιαστική συμβολή στη μελέτη της διακίνησης των κυπριακών αρχαιοτήτων και χρήσιμο εργαλείο αναφοράς για την κατανόηση του ιστορικού και νομικού πλαισίου που διέπει την παρουσία τους στην Ελλάδα.

Haut de page

Notes

1 Β. Καραγιώργης, «Συλλογές κυπριακών αρχαιοτήτων σε μουσεία του εξωτερικού». Κύπριος Χαρακτήρ: Ιστορία, Αρχαιολογία και Νομισματική της Αρχαίας Κύπρου, 2015. Πρόσβαση 5 Μαρτίου 2026. kyprioscharacter.eie.gr/el/t/AE.

2 Παραδείγματος χάρη, βλέπε τα πρακτικά του συνεδρίου: V. Tatton-Brown (επιμ.), Cyprus in the 19th Century AD. Fact, Fancy and Fiction. Oxford, 2001. Πιο πρόσφατη δημοσίευση: T. Kiely, A. Reeve, L. Crewe (επιμ.), Empire and Excavation. Critical perspectives on archaeology in British-period Cyprus, 1878-1960. Leiden, 2025.

3 Παραδείγματος χάρη, βλέπε D. Pilides, A. McCarthy (επιμ.), Protecting the Cultural Heritage of Cyprus: Joining Efforts in Preventing the Illicit Trafficking of Cultural Heritage. Nicosia, 2014· N. Brodie, O. Batura, G. Hoog, B. Slot, N. van Wanrooij, D. Yates, Illicit Trade in Cultural Goods in Europe: Characteristics, Criminal Justice Responses and an Analysis of the Applicability of Technologies in the Combat Against the Trade. Brussels, 2019.

4 Β. Καραγιώργης, Αρχαία Κυπριακή Τέχνη στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Αθήνα, 2003.

5 Ν. Κούρου, Γ. Μπουρογιάννης, Ρυθμοί της κυπριακής κεραμικής. Σύντομη επισκόπηση με βάση τη συλλογή του αρχαιολογικού μουσείου του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Λευκωσία, 2019.

6 Βλέπε A. G. Marangou, The Consul Luigi Palma di Cesnola 1832-1904. Life and Deeds. Nicosia, 2000.

7 N. Stanley-Price, «The Ottoman law of antiquities (1874) and the founding of the Cyprus Museum». Tatton-Brown (επιμ.) 2001 (ό.π. σήμ. 29), σ. 267-275.

8 Βλέπε επίσης T. Kiely, «By way of introduction. Empires and excavations in Cyprus 1878-1960». Kiely, Reeve Crewe (επιμ.) 2025 (ό.π. σήμ. 29), σ. 11-31.

9 D. Pilides, «Menelaos Markides, the first Curator of the Cyprus Museum». J. M. Webb, Lapithos Vrysi tou Barba, Cyprus. Early and Middle Bronze Age Tombs excavated by Menelaos Markides, SIMA 148. Nicosia, 2018, σ. 9-16.

10 Βλέπε B. Karageorghis, C. Bakirtzis (επιμ.), Protecting the Cultural and Archaeological Heritage of the Mediterranean Region: Legal Issues. Nicosia, 2013, σ. 153-195.

11 Βλέπε επίσης G. Bourogiannis, The Sanctuary of Ayia Irini Reconsidered. A Quest for Gods and Territories, SIMA 158. Nicosia, 2025, σ. 1-11.

12 Βλέπε S. Hadjisavvas, «The destruction of the archaeological heritage of Cyprus». N. J. Brodie, J. Doole, C. Renfrew (επιμ.), Trade in Illicit Antiquities: The Destruction of the World’s Archaeological Heritage. Cambridge, 2001, σ. 133-139.

13 E. Alphas, «From a Bronze Age tomb in Cyprus to the estate of a gentleman in Sussex: measures taken and problems faced in the investigations of the illicit trade of antiquities». D. Pilides, M. Mina (επιμ.), Four Decades of Hiatus in Archaeological Research in Cyprus: Towards Restoring the Balance, Kυπριακά 2. Wien, 2017, σ. 30-43.

14 Η εκκένωση του ΚΜ παρουσιάζεται, μεταξύ άλλων, στο ντοκιμαντέρ «Σκάμματα» παραγωγή του 2024 από το Τμήμα Αρχαιοτήτων με αφορμή την επέτειο πενήντα χρόνων από το 1974: https://www.gov.cy/politismos/provoli-tou-ntokimanter-tou-tmimatos-archaiotiton-skammata/ (πρόσβαση 5 Μαρτίου 2026).

15 Βλέπε επίσης N. Stanley‑Price, «Illicit excavation and the sale of ‘duplicate’ antiquities: Rupert Gunnis and the Cyprus Museum, 1926‑1932». CCEC 55, 2025, σ. 281-291.

16 Η συλλογή αυτή έχει ήδη επαναπατριστεί και μάλιστα το τάλαντο της συλλογής εκτίθενται στο ΚΜ. https://www.gov.cy/politismos/teleti-paradosis-kypriakon-archaiotiton-gia-epanapatrismo-apo-to-harvey-mudd-college-sto-los-antzeles/ (πρόσβαση 5 Μαρτίου 2026).

17 S. Lubsen-Admiraal, Αρχαία Κυπριακή Τέχνη. Συλλογή Θάνου Ν. Ζιντίλη. Αθήνα, 2004.

18 Καραγιώργης 2003 (ό.π. σημ. 31).

19 Κούρου, Μπουρογιάννης 2019 (ό.π. σημ. 32).

20 D. Pilides, «Illicit trafficking of cultural objects: the case of Cyprus». Levant 55, 2023, σ. 275-284.

Haut de page

Pour citer cet article

Référence papier

Άννα Γεωργιάδου, « Άννα Λέκκα, Σοφία Αντωνιάδου (επιμ.), Κυπριακές Αρχαιότητες στην Ελλάδα. Ιστορικό και Νομοθετικό πλαίσιο. »Cahiers du Centre d’Études Chypriotes, 56 | 2026, 444-450.

Référence électronique

Άννα Γεωργιάδου, « Άννα Λέκκα, Σοφία Αντωνιάδου (επιμ.), Κυπριακές Αρχαιότητες στην Ελλάδα. Ιστορικό και Νομοθετικό πλαίσιο. »Cahiers du Centre d’Études Chypriotes [En ligne], 56 | 2026, mis en ligne le 28 juillet 2026, consulté le 05 septembre 2026. URL : http://journals.openedition.org/cchyp/2656 ; DOI : https://doi.org/10.4000/16n6n

Haut de page

Droits d’auteur

CC-BY-NC-SA-4.0

Le texte seul est utilisable sous licence CC BY-NC-SA 4.0. Les autres éléments (illustrations, fichiers annexes importés) sont susceptibles d’être soumis à des autorisations d’usage spécifiques.

Haut de page
Rechercher dans OpenEdition Search

Vous allez être redirigé vers OpenEdition Search